Περιγραφή
Το 1821 μια ποικιλόμορφη περιοχή των νότιων Βαλκανίων, στο άκρο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, εισήλθε σε μια δεκαετία συγκλονιστικής μαζικής βίας και σαρωτικών ανακατατάξεων.
Ο ιστορικός Γιάννης Κοτσώνης, καθηγητής στο Πανεπιστήμιο της Νέας Υόρκης, ανιχνεύει τον τρόπο με τον οποίο, μέσα από ένα αυτοκρατορικό μωσαϊκό αμέτρητων γλωσσών, θρησκειών, πολιτισμών και τοπικισμών, αναδύθηκε κάτι εντελώς νέο: ένα εθνικό κράτος. Αποκαλύπτει το καθημερινό χάος και την ωμότητα που χαρακτήριζαν τη Βαλκανική χερσόνησο καθώς το οθωμανικό καθεστώς αποσυντίθετο. Ακολουθεί τα θαλάσσια δίκτυα που εκτείνονταν προς την Οδησσό, την Αλεξάνδρεια, το Λιβόρνο και την Καραϊβική, ιχνηλατώντας τις διαδρομές εκείνων που αργότερα θα επαναστατούσαν ως Έλληνες. Παράλληλα, ανασύρει τις ιστορίες χωρικών, εμπόρων, πολεμιστών, αριστοκρατών και διανοουμένων που κινούνταν ανάμεσα στις μεγάλες αυτοκρατορίες της περιοχής. Αφηγείται τις εμπειρίες των χωρικών και των ναυτικών που εντάχθηκαν στα ένοπλα σώματα των Ναπολεόντειων Πολέμων, όπου γνώρισαν έναν νέο τρόπο πολέμου και μια νέα πρακτική μαζικής κινητοποίησης – μαθήματα που τους χρησίμευσαν πολύ κατά τη δεκαετία της επανάστασης. Τέλος, περιγράφει πώς, καθώς η αιματηρή δεκαετία του 1820 έφτανε στο τέλος της, οι μουσουλμάνοι της περιοχής δεν υπήρχαν πια και η Ελλάδα είχε μετασχηματιστεί σε ένα ορθόδοξο χριστιανικό έθνος, ενωμένο από μια κοινή γλώσσα και την αξίωση αναγνώρισης ενός αρχαίου παρελθόντος.
Αυτό το πανοραμικό βιβλίο αναδεικνύει πώς η Ελληνική Επανάσταση υπήρξε, μεταξύ άλλων, μια δημογραφική ανατροπή. Αξιοποιώντας οθωμανικές πηγές σε συνδυασμό με αρχειακό υλικό από την Ελλάδα, τη Βρετανία, τη Γαλλία, τη Ρωσία και την Ελβετία, επανατοποθετεί τη γέννηση της σύγχρονης Ελλάδας στο πλαίσιο της ιστορίας των αυτοκρατοριών του 19ου αιώνα και της γέννησης της ιδέας του έθνους-κράτους που άλλαξε την όψη του κόσμου.
«Σκοπός αυτού του βιβλίου είναι να παρεκκλίνει από το αφήγημα της ευθείας γραμμής και να μετατρέψει αυτή τη γραμμή προς το 1821 και το 1830 σε τεθλασμένη. […] Καλό είναι να θυμίζουμε στους εαυτούς μας ότι η Ελλάδα και η επανάστασή της ήταν συνολικά κάτι το πρωτοποριακό, όπως και οι περισσότεροι από τους επαναστάτες. Δεν χρειάζεται να αναγνωρίζουμε την Ελληνική Επανάσταση, χρειάζεται να τη συναντούμε. Τα κλισέ πρέπει να δίνουν τη θέση τους στον θαυμασμό και στην περιέργεια. Αλλά το ίδιο ισχύει για όλα τα ιστορικά γεγονότα, και η ιστορία της Ελλάδας αποτελεί αντικείμενο μελέτης για κάτι παγκόσμιο. Είναι ένας τρόπος να προσεγγίζουμε αυτό που θεωρούμε αυτονόητο κι έπειτα να το αμφισβητούμε, με σκοπό να ανακτήσουμε την πρώτη του λάμψη. Ο κόσμος πρέπει να γίνεται παράξενος κι έπειτα πάλι ενδιαφέρων. Πρέπει να θαυμάζουμε την πρωτοπορία του».