Υπάρχουν βιβλία που δεν τα διαβάζεις απλώς∙ τα αφήνεις να σε παρασύρουν, όπως το νερό που κυλά αβίαστα και βρίσκει πάντα τον δρόμο του. Έτσι ένιωσα διαβάζοντας το "Το λιμάνι μου είσαι εσύ" του Κώστα Κρομμύδα. Οι λέξεις κυλούν φυσικά, χωρίς να σε κουράζουν, και οι ήρωες ξεδιπλώνουν μπροστά σου την καλύτερη εκδοχή τους, ακόμα κι όταν τα γεγονότα τούς ξεπερνούν, ακόμα κι όταν η ζωή τούς ζητά να σταθούν πιο δυνατοί απ’ όσο πίστευαν πως μπορούν.
Η Μάγδα και ο Φίλιππος δεν ζουν έναν έρωτα φτιαγμένο από εύκολες βεβαιότητες. Ο έρωτάς τους δεν είναι ένα ροζ σύννεφο, προστατευμένο από ανέμους και καταιγίδες. Είναι ένας έρωτας που σμιλεύεται μέσα από δυσκολίες, αποστάσεις, απαντοχές και σιωπές. Μια φλόγα που μπορεί κάποιες στιγμές να σιγοκαίει, όμως δεν σβήνει∙ αντίθετα, γίνεται αρκετά δυνατή για να κρατήσει, να αντέξει και τελικά να μεταμορφωθεί σε αγάπη.
Στο μυθιστόρημα αυτό, το λιμάνι δεν είναι μόνο τόπος επιστροφής. Είναι σύμβολο. Δεν έχει μόνο νηνεμίες∙ έχει και κύματα που σκάνε δυνατά πάνω του. Κι όμως, εκεί κρύβεται η δύναμή του: στην ικανότητά του να απορροφά τους κραδασμούς, να αντέχει τις φουρτούνες και να παραμένει σημείο αναφοράς για εκείνους που έχουν λόγο να γυρίσουν.
Η θάλασσα, η Χίος, η μαστίχα, οι μυρωδιές, οι αποχαιρετισμοί και οι επιστροφές γίνονται κάτι περισσότερο από φόντο. Γίνονται κομμάτι της ίδιας της ιστορίας. Η αγάπη της Μάγδας και του Φίλιππου μυρίζει θάλασσα και μαστίχα, δάκρυ και χαρά. Έχει αγωνία, φουρτούνες, ανατροπές, αλλά και εκείνη τη βαθιά νηνεμία που έρχεται μόνο όταν δύο άνθρωποι έχουν παλέψει πραγματικά για ό,τι τους ενώνει.
Ο Κώστας Κρομμύδας γράφει μια ιστορία που δεν εξιδανικεύει την αγάπη, αλλά την παρουσιάζει ανθρώπινη, ζωντανή και δοκιμασμένη. Μια αγάπη που δεν φοβάται τα κύματα, γιατί γνωρίζει πως το αληθινό λιμάνι δεν είναι πάντα ένας τόπος. Μερικές φορές είναι ένας άνθρωπος.
Αγαπημένε μου Κώστα για άλλη μια φορά σε ευχαριστώ για την αυθεντικότητα σου και για τις λέξεις που αγγίζουν την ψυχή μου!
Υπάρχουν βιβλία που διαβάζονται και βιβλία που αφήνουν ένα αποτύπωμα στην καρδιά. Το βιβλίο του Kostas Krommydas "Το λιμάνι μου είσαι εσύ" ανήκει στη δεύτερη κατηγορία. Είναι μια ιστορία που μιλά για την αγάπη όχι ως ένα παραμυθένιο συναίσθημα, αλλά ως εκείνη τη δύναμη που μας κρατάει όρθιους, όταν όλα γύρω μας κλονίζονται.
Μέσα απ τις σελίδες του βιβλίου ξεδιπλώνονται ζωές γεμάτες όνειρα, απώλειες, μυστικά και δεύτερες ευκαιρίες. Οι ήρωες αναζητούν το δικό τους "λιμάνι" - έναν τόπο, μια αγκαλιά, έναν άνθρωπο, που θα τους κάνει να νιώσουν ασφαλείς.
Ο "ανεπίτρεπτος έρωτας" δεν είναι μια ιστορία δύο ανθρώπων που βρίσκονται αντιμέτωποι με τους κανόνες μιας ναυτιλιακής εταιρείας. Είναι μια ιστορία που θυμίζει τη θάλασσα της Χίου: άλλοτε γαλήνια και άλλοτε φουρτουνιασμενη, αλλά πάντα αδύνατον να περιοριστεί από ανθρώπινα σύνορα. Η θάλασσα δεν είναι απλώς το σκηνικό, είναι η ίδια η μοίρα των ηρώων.
Ο καπετάνιος και η νομική σύμβουλος προσπαθούν να αντισταθούν σε ένα συναίσθημα που θεωρείται απαγορευμένο,όπως ένα καράβι που παλεύει κόντρα στον άνεμο. Μοιάζουν με δύο διαφορετικές όχθες, που η λογική επιμένει να κρατάει χωριστές, όμως τα κύματα της ζωής επιμένουν να τις ενώνουν. Εκείνος κουβαλά τη δύναμη και την ελευθερία του πελάγους, εκείνη τη σταθερότητα και την πειθαρχία των νόμων. Κι όμως, όπως το λιμάνι γίνεται καταφύγιο για κάθε ταξίδι, έτσι και οι ψυχές τους βρίσκουν κοινό αγκυροβόλιο.
Η φύση της Χίου λειτουργεί σαν σιωπηλός πρωταγωνιστής. Τα μαστιχόδεντρα, που "πληγώνονται", για να προσφέρουν τον πολύτιμο καρπό τους, συμβολίζουν τις θυσίες και τις δοκιμασίες που απαιτεί η αγάπη. Το λιμάνι γίνεται τόπος αναχωρήσεων και επιστροφών, ελπίδας και προσμονής, ενώ η ανοιχτή θάλασσα υπενθυμίζει πως τα πιο δυνατά συναισθήματα δε χωρούν σε κανονισμούς και συμβάσεις.
Το τέλος είναι λυτρωτικό και έχει ποιητική διάσταση. Αφήνουν πίσω τίτλους, αξιώματα και επαγγελματικές δεσμεύσεις και επιλέγουν ένα διαφορετικό δρόμο πάνω στο δικό τους ιστιοφόρο. Με μοναδικούς συντρόφους τον άνεμο και τη θάλασσα ανοίγονται σε μια ζωή πιο απλή, αλλά πιο αληθινή. Δεν αναζητούν πια λιμάνια που τους επιβάλλουν οι άλλοι, αλλά χαράζουν τη δική τους πορεία. Κι όπως ο άνεμος δε ζητά άδεια, για να φυσήξει πάνω απ το Αιγαίο, έτσι και η αγάπη των δύο ηρώων αποδεικνύει ότι ορισμένα συναισθήματα είναι πιο δυνατά από κάθε απαγόρευση.
Δεν εγκαταλείπουν απλώς μια εταιρεία. Επιλέγουν μια ζωή βασισμένη στην αγάπη και στην προσωπική τους ελευθερία.
Και εδώ το ιστιοφόρο λειτουργεί ως σύμβολο απελευθέρωσης. Η εικόνα του ζευγαριού, που ταξιδεύει με τον άνεμο και τη θάλασσα, είναι ιδιαίτερα κινηματογραφική.
Είναι μια ιστορία που θυμίζει πως, όπως τα πλοία γεννιούνται για να ταξιδεύουν και όχι για να μένουν δεμένα, έτσι και οι άνθρωποι γεννιούνται, για να ακολουθούν ότι γεμίζει την ψυχή τους. Κι όταν στο τέλος γεμίζουν τα πανιά τους με αέρα και τις καρδιές τους με αγάπη, καταλαβαίνουμε πως ο μεγαλύτερος προορισμός δεν είναι κανένα λιμάνι, αλλά η ελευθερία να ζεις δίπλα σ αυτόν που αγαπάς.
Κώστα Κρομμύδα, σ ευχαριστώ γι αυτό το όμορφο ταξίδι. Μέσα απ τις σελίδες του γνώρισα χαρακτήρες και τόπους που αγάπησα, έμαθα λαϊκούς μύθους και παραδόσειςτης Χίου, την αγωνία της αναμονής και τη βαθιά ανάγκη του ανθρώπου να βρει το δικό του " λιμάνι". Για άλλη μια φορά μου θύμισες πως, όσο κι αν μας παρασύρουν τα κύματα της ζωής, η αγάπη μπορεί να γίνει το ασφαλές λιμάνι, στο οποίο πάντα επιστρέφουμε.
Τέλειο βιβλίο που σε καθηλώνει . Ο συγγραφέας σε βάζει μέσα στο βιβλίο σαν να βλέπεις την ιστορία να διαγραμμίζεται μπροστά σου . Θα σε κάνει να γελάσεις , να κλάψεις αλλά και αισθανθείς το παθος
Πόσες φορές θεώρησες πως, μόνο από έναν τίτλο, ήξερες ήδη τι είδους ιστορία κρατούσες στα χέρια σου;
Ο Κώστας Κρομμύδας ανατρέπει αυτή την αίσθηση από τις πρώτες κιόλας σελίδες.
Στην καρδιά του βιβλίου, ένας έρωτας όμοιος με ανοιχτό πέλαγος. Απρόβλεπτος, ορμητικός και από την πρώτη στιγμή καταδικασμένος να υπάρξει κάτω από δύσκολες συνθήκες. Ένας δεσμός που μαθαίνει να επιβιώνει μέσα στην απόσταση, στην αναμονή, στους κανόνες και στην αβεβαιότητα του «για όσο κρατήσει».
Η Μάγδα και ο Φίλιππος κινούνται γύρω από τον ίδιο κόσμο αλλά τον ζουν από διαφορετικές πλευρές: εκείνη στη στεριά, εκείνος στη θάλασσα. Κι όμως, όσο προχωρά η ιστορία, βλέπεις δύο ανθρώπους να δένονται όλο και περισσότερο, παλεύοντας πεισματικά να μείνουν συνδεδεμένοι παρά τα μίλια που τους χωρίζουν.
Στη μυροβόλο Χίο, εκεί όπου τα μαστιχόδεντρα “δακρύζουν” μόνο όταν χαραχτούν, το ίδιο μοιάζει να συμβαίνει και με τους ήρωες του βιβλίου. Χρειάστηκε πρώτα να λυγίσουν κάτω από το βάρος όσων τους σημάδεψαν, ώστε κάποτε να μετατρέψουν τις πιο βαθιές τους ρωγμές σε κάτι πολύτιμο. Όπως ακριβώς γίνεται και με το δάκρυ του σκίνου..
Ο συγγραφέας στήνει έναν κόσμο διαρκώς ρευστό, όπου τίποτα δεν είναι πραγματικά ασφαλές ή μόνιμο. Η θάλασσα δεν συνοδεύει απλώς την ιστορία, τη διαμορφώνει. Η απουσία δοκιμάζει τις σχέσεις και η αγάπη γίνεται, ξανά και ξανά, η μοναδική πυξίδα μέσα στις δυσκολίες.
Παράλληλα, το βιβλίο στρέφεται και στους οικογενειακούς δεσμούς που χάθηκαν, φθείρονται ή ζητούν μια δεύτερη ευκαιρία.
Δεν είναι όμως μόνο η πλοκή που σε κρατά σε διαρκή εγρήγορση, αλλά η αμεσότητα με την οποία ξεδιπλώνονται όλα μπροστά σου.
Η μυρωδιά των εσπεριδοειδών στα περιβόλια, ο παφλασμός του νερού πάνω στο πλοίο, η αγωνία ενός τηλεφωνήματος, αποκτούν τέτοια ζωντάνια ώστε συχνά αισθάνεσαι πως βρίσκεσαι κι εσύ μέσα σε αυτή την πραγματικότητα. Υπάρχουν στιγμές που νιώθεις το αεράκι κάτω από το αλμυρίκι και άλλες που βιώνεις τη φουρτούνα μαζί με τον καπετάνιο, τόσο έντονα που για λίγο χρειάζεται να σταματήσεις την ανάγνωση.
Χωρίς να γίνεται διδακτικό, σε φέρνει αντιμέτωπο με σκέψεις γύρω από τον χρόνο, την απουσία και όλα όσα αναβάλλουμε θεωρώντας πως θα υπάρχουν πάντα διαθέσιμα μπροστά μας. Και ξαφνικά έρχεται μια στιγμή που σου θυμίζει πόσο εύθραυστα μπορούν να γίνουν.
Ταυτόχρονα, μοιάζει να επαναπροσδιορίζει και την ίδια την έννοια της ευτυχίας.
Όχι ως κάτι θορυβώδες ή ιδανικό, αλλά ως την αίσθηση πως υπάρχει κάπου ένας άνθρωπος που μοιάζει με σπίτι. Κάποιος δίπλα στον οποίο μπορείς να επιστρέφεις, ακόμη κι όταν όλα γύρω σου αλλάζουν.
Γιατί η αγάπη εδώ δεν παρουσιάζεται μόνο ως πάθος. Παρουσιάζεται ως επιλογή. Ως η απόφαση να παραμένεις δίπλα στον άλλον ακόμη κι όταν οι θύελλες δεν κοπάζουν εύκολα, αλλά και όταν τελικά έρχεται η νηνεμία
Κάπως έτσι, ο τίτλος παύει σιγά σιγά να μοιάζει απλώς με μια ρομαντική φράση.
Και μετατρέπεται σε κάτι πολύ πιο ανθρώπινο:
στην ανάγκη όλων μας να υπάρχει κάπου ένα ασφαλές καταφύγιο.
Κάτι τόσο οικείο και σταθερό, ώστε όταν απαγκιάζεις να μπορείς να πεις πια με σιγουριά…
«Το λιμάνι μου είσαι εσύ…»
Την νέα ιστορία αυτή του Κώστα τη νιώθω σαν να ειπώθηκε αφού όλα έχουν ήδη συμβεί, σαν μια ανάγκη να κρατηθεί κάτι που κινδύνεψε να χαθεί. Είναι μια αφήγηση που στέκεται απέναντί σου, αλλά ίσως είναι και κάτι πιο κοντινό, σχεδόν σαν σκέψη που επιστρέφει ξανά και ξανά, προσπαθώντας να καταλάβει πότε ακριβώς ένα συναίσθημα έγινε δεσμός και πότε αυτός ο δεσμός δοκιμάστηκε πραγματικά.
Από την αρχή υπάρχει η αίσθηση του «ανάμεσα». Ανάμεσα στη στεριά και τη θάλασσα, στην παρουσία και την απουσία, σε όσα μπορούν να ειπωθούν και σε όσα πρέπει να μείνουν κρυφά. Μια σχέση που ναι μεν απλώνεται ελεύθερα, αλλά κινείται και προσεκτικά, σχεδόν μετρημένα, σαν να γνωρίζει ότι κάθε στιγμή της έχει βάρος μεγαλύτερο απ’ όσο φαίνεται. Και ίσως γι’ αυτό αποκτά μια ένταση που χτίζεται μέσα από τα λίγα, τα σύντομα, τα «μέχρι την επόμενη φορά».
Η σύγκρουση των δύο κόσμων παρουσιάζεται σαν μια σταθερή, υπόγεια φθορά. Η στεριά με τους κανόνες της, τις απαιτήσεις της, την ανάγκη να ελέγχεις τα πάντα. Και απέναντι, η θάλασσα, απρόβλεπτη, ανοιχτή, σχεδόν αδιάφορη για το τι αφήνεις πίσω σου. Ανάμεσά τους δύο άνθρωποι, που προσπαθούν να κρατήσουν κάτι σταθερό ενώ όλα μετακινούνται. Και εκεί γεννιέται η πραγματική ένταση. Στο τι συμβαίνει, αλλά και στο τι φοβάσαι ότι μπορεί να συμβεί.
Μέσα σε όλα αυτά, η επιστροφή σε έναν τόπο, στη Χίο, με τις μυρωδιές και τις μικρές, γνώριμες κινήσεις της καθημερινότητας, λειτουργεί σχεδόν σαν ανάσα και σαν υπενθύμιση. Σαν να λέει ότι υπάρχει ένας ρυθμός πιο αργός, μια ζωή που δεν μετριέται με αποστάσεις και αναχωρήσεις, αλλά με το πού ανήκεις. Και αυτές οι στιγμές, οι πιο ήσυχες, είναι ίσως και οι πιο ουσιαστικές, γιατί εκεί καταλαβαίνεις τι αξίζει να κρατήσεις. Κι εκεί έρχεται η συνειδητοποίηση ότι όσα θεωρούσες δεδομένα είναι τελικά εύθραυστα και ότι η αξία τους δεν βρίσκεται στο ότι υπάρχουν, αλλά στο ότι αντέχουν.
Στο τέλος μένει αυτή η αίσθηση του «λιμανιού» με μια άλλη μορφή, ως άνθρωποι, ως σχέση, ως επιλογή.
Σαν μια σκέψη που επιμένει, ότι δεν έχει σημασία πόσο μακριά μπορεί να φτάσει κανείς, αν δεν υπάρχει κάτι ή κάποιος που να τον καλεί πίσω.
Κι αυτή είναι μια από τις πιο ισχυρές κινητήριες δυνάμεις που υπάρχουν…
Ένα πράγμα που χαίρομαι στα βιβλία είναι ότι κάνω πολλά ταξίδια σε μέρη που θέλω να πάω. Αυτή τη φορά, οδηγήθηκα στη πατρίδα του Ομήρου, την Χίο.
Σε αυτό τον ονειρεμένο και ευλογημένο τόπο που σε ξεμυαλίζει με την φυσική ομορφιά του άνθισε ένας δυνατός έρωτας. Ο Φίλιππος δουλεύει ως καπετάνιος. Η Μάγδα αναγκάζεται συχνά να τον στερείται λόγω της εργασίας του. Κάθε ταξίδι του την κάνει να νιώθει ανίσχυρη και αβοήθητη όπως νιώθει και ο καλός της όταν ταξιδεύει και αναγκάζεται να ανταπεξέλθει στις δυσκολίες που του παρουσιάζονται.
Η Μάγδα Φλέσσα είναι η ιδιοκτήτρια της εταιρείας Skinos που μαζί με τον γιο της, τον Χριστόφορο, έχουν αναλάβει αρχικά να βρουν μία κοινή γλώσσα επικοινωνίας σε προσωπικό επίπεδο και στα επαγγελματικά να αντιμετωπίσουν μία δύσκολη συνθήκη.
Το νέο βιβλίο του Κώστα Κρομμύδα ασχολείται με τον κλάδο της ναυτιλίας και δίνει φωνή στους επαγγελματίες του είδους που καλούνται καθημερινά να ξεπερνάνε τις προκλήσεις που τους παρουσιάζονται. Ο τόπος που επιλέχθηκε για την ιστορία είναι ο πιο κατάλληλος γιατί η Χίος είναι συνυφασμένη με την ναυτική παράδοση.
Ένα θέμα που παρουσιάζει είναι την μυστικοπάθεια που υπάρχει στις σχέσεις που προέρχεται από τον φόβο και την αντίδραση που θα δημιουργηθεί στον περίγυρο τους.
Αν θέλετε να ταξιδέψετε και να συγκινηθείτε μ’ ένα ωραίο βιβλίο τότε «Το λιμάνι μου είσαι εσύ» είναι το κατάλληλο.
Καλή ανάγνωση.